Τρίτη, 6 Δεκεμβρίου 2016

Χρ. Διαμαντόπουλος - "Επιχειρηματικότητα: Μερικές Σκέψεις"

Πολύς λόγος γίνεται, ειδικά τελευταία, για την επιχειρηματικότητα και τις νεοφυείς επιχειρήσεις, μια που όλων (;) το βλέμμα είναι στραμμένο στη πολυπόθητη, πολυθρύλητη και πολυταλαιπωρημένη οικονομική ανάπτυξη. Δικαίως, θα λέγαμε, είναι το βλέμμα στραμμένο προς τα εκεί γιατί η επιχειρηματικότητα μεταξύ πολλών άλλων αγαθών που κομίζει, είναι ίσως η μόνη κοινωνικό-οικονομική δραστηριότητα που παράγει πλούτο: υλικό, οικονομικό, κοινωνικό και διανοητικό. Αυτές μάλιστα ως οντότητες χωριστές. Πολύς λόγος επίσης γίνεται και πολλά γράφονται δεξιά – αριστερά για το τι είναι επιχειρηματικότητα. Δηλ. ποια είναι η φύση της, πώς ορίζεται και τι είναι εκείνο που τη κάνει ξέχωρη από μία εμπορική και/ή επιχειρηματική δραστηριότητα, εγχείρημα ή όπως αλλοιώς. Στο σύντομο σημείωμά μας πρέπει, νομίζουμε αναγκαστικά, να πούμε μερικές αλήθειες, μερικές ακρίβειες και συνάμα μερικά αυτονόητα.


Επιχειρηματικότητα, και το εργαλείο της, ένα απ’ όλα, η νεοφυής επιχείρηση δεν είναι το ξεκίνημα – έναρξη ή η ίδρυση μιας νέας επιχειρηματικής μονάδας ή η παραγωγή ενός προϊόντος. Ούτε a fortiori η σύναψη μιας εμπορικής συμφωνίας , διακρατικής ή μη, οσοδήποτε σημαντική και μεγάλη κι αν είναι. Ούτε το επιχείρημα ότι μ’ όλα αυτά τ’ ανωτέρω θα δημιουργηθούν θέσεις εργασίας, νέα εισοδήματα, εισαγωγή ενδεχομένως κεφαλαίων, εξαγωγές, μοίρασμα των κεφαλαίων αυτών και τα συναφή. Για να μη μακρηγορούμε όμως η επιχειρηματικότητα σημαδεύεται κυριότατα από ένα γνώρισμα την έννοια του διαφορετικού, τη διαφορετικότητα. Επιχειρηματικότητα είναι να παράγεις ένα εντελώς νέο προϊόν ή να προσφέρεις μια νέα υπηρεσία ή να εισάγεις μια πλήρως νέα μέθοδο, προσέγγιση, διαδικασία σε μία ήδη υπάρχουσα κατάσταση. Δηλ. ή να δημιουργήσεις κάτι εντελώς νέο ή να κάνεις μ’ έναν νέο τρόπο αυτού που ήδη υπάρχει.

Η προσέγγιση και ο ορισμός της επιχειρηματικότητας κατά τον τρόπο που παρουσιάζεται εδώ οφείλεται το πρώτον ιστορικά στον αυστριακό διανοητή οικονομολόγο Joseph Schumpeter. Η Σουμπετεριανή μάλιστα άποψη περί επιχειρηματικότητας επικράτησε τόσο μετά απ’ αυτόν όσο και πριν ως τελεσίδικο κριτήριο μιας οικονομικού και οργανωσιακού περιεχομένου δράσης στη περιοχή της επιχειρηματικότητας. Οφείλουμε, μάλιστα, να σημειώσουμε εδώ ότι κατά τον Schumpeter αλλά και για πολλούς άλλους στοχαστές και πρακτικούς  μετά απ’ αυτόν, η έννοια της επιχειρηματικότητας δε περιορίζεται ούτε εξαντλείται μόνο στον Ιδιωτικό τομέα αλλά αγκαλιάζει και τον Δημόσιο. Το τελευταίο αυτό συνιστά μια πολύ σημαντική διάσταση της φύσης και της πρακτικής εφαρμογής της επιχειρηματικότητας. Η καινοτομία (innovation) πάλι, για την  οποία επίσης γίνεται πολύς λόγος, είναι μεν η δίδυμη αδελφή της αλλά δεν ταυτίζεται μ’ αυτήν. Κάθε καινοτομική ιδέα  και δραστηριότητα δεν συνιστά επιχειρηματικότητα. Όλη η παραπάνω συλλογιστική μας φέρνει αναγκαστικά στη καρδιά της προβληματικής για το υπό συζήτηση θέμα. Και η προβληματική αυτή δεν είναι άλλη από το ζήτημα των θεσμών, των δομών και της λειτουργίας τους. Επειδή το ζήτημα αυτό είναι πολύ μεγάλο και ευρύ θ’ αναφερθούν μόνο τα εξής.

Η επιχειρηματικότητα εμφανίστηκε, έζησε και αναπτύχθηκε σ’ εκείνα τα κοινωνικά και κρατικά μορφώματα τα οποία δημιούργησαν, προστάτευσαν και συνεχώς βελτίωναν το θεσμικό καθεστώς που ήταν φιλικό και παρακινητικό για να ιδρυθούν και να προκύψουν οι λεγόμενες νεοφυείς μονάδες, οι οποίες με τη σειρά τους συνέβαλαν στην οικονομική και υλική ευμάρεια της αντίστοιχης κοινωνίας. Ο πρώτος που διαπίστωσε τη καθοριστική σημασία και συμβολή του θεσμικού (institutional) καθεστώτος ως απαραίτητου στοιχείου για την ανάπτυξη του φαινομένου του επιχειρηματία και της επιχειρηματικότητας θεσμικά ήταν ο Douglas North ( Nobel Οικονομικών 1993 μαζί με τον Robert Fogel) σε μελέτες οι οποίες κάλυψαν πολλούς αιώνες οικονομικής δράσης ατόμων και συνόλων.

Το θεσμικό και δομικό καθεστώς που προέρχεται και προστατεύεται από τη πολιτική διακυβέρνηση και το πολιτικό της προσωπικό, από οποιαδήποτε πλευρά του συνταγματικού τόξου κι’ αν προέρχεται, είναι εκείνο που ωθεί την επιχειρηματικότητα και κάνει μια οικονομική δράση να εντάσσεται στο χώρο της και να διαφοροποιείται από το εμπόριο ή την επιχειρηματική δραστηριότητα ως επανάληψη.

Ιστορικά γνωρίζουμε σήμερα ότι, όπου εμφανίστηκε θεσμικό δίκτυο που προστάτεψε και παρέμεινε φιλικό προς την έρευνα, τη καινοτομία και τις νέες ιδέες εκεί άνθησε η επιχειρηματικότητα με όλες τις γνωστές θετικές, επί το πλείστο, συνέπειες. Στην αντίθετη περίπτωση δηλ. εκεί που δεν εμφανίστηκε μονιμότητα και σταθερότητα θεσμών γύρω από την επιχειρηματικότητα εκεί αναπτύχθηκε μόνον εμπορική δραστηριότητα, μεταπρατική δράση, καθώς και μονάδες που διαχειρίστηκαν το υπάρχον. Η επιχειρηματικότητα ως κουλτούρα και αξιακό σύστημα εμποτισμένη στη συνείδηση μιας κοινωνίας υπερβαίνει τις αναταράξεις, τις κυβερνητικές αντιξοότητες και την ανικανότητα, πολλές φορές, του πολιτικού προσωπικού να διαχειριστεί μείζονες ή ελάσσονες οικονομικές κρίσεις.

Αυτό συνιστά ένα σοβαρό ζητούμενο αλλά και πρόταγμα για το ελληνικό θεσμικό καθεστώς το οποίο δεν φημίστηκε ούτε για την πρωτοτυπία του γύρω από το θέμα αλλά κυρίως ούτε για τη χρονική του διάρκεια. Αντίθετα, όχι μόνο διαφορετικοί κυβερνητικοί σχηματισμοί συμπεριφέρθηκαν κατά τρόπο αλληλοαναιρούμενο, αλλά δυστυχώς και εντός του ίδιου σχηματισμού καταγράφηκε συχνά το φαινόμενο της αλληλοαναίρεσης.

Μια τελευταία σημαντική (;) επισήμανση. Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω η επιχειρηματικότητα ως έννοια (concept) και ως δραστηριότητα (activity) δεν περιορίζεται αποκλειστικά στον Ιδιωτικό τομέα αλλά χαρακτηρίζει και τον Δημόσιο. Ειδικότερα την ομάδα των λεγόμενων τεχνικών υπουργείων. Υπάρχει μεγάλο περιθώριο να προκύψουν γνωρίσματα επιχειρηματικότητας και στη κρατική διοίκηση εν ευρεία έννοια, με κριτήριο, όπως ελέχθη, τη καινοτόμο διαφορετικότητα μεθόδων, διαδικασιών κ.ά. μείον την έννοια του κέρδους. Αυτή είναι η αποκαλούμενη οργανωσιακή (procedural) πλευρά της επιχειρηματικότητας, η οποία έχει σοβαρές συνέπειες στην αποδοτικότητα των διοικητικών δομών (structural efficiency). Για το τελευταίο αυτό, αρκεί  να ρίξει κανείς μια σύντομη ματιά σε ανεπτυγμένα οργανωσιακά συστήματα Δημόσιας Διοίκησης, όπως το ιαπωνικό, αμερικανικό, γερμανικό, γαλλικό και κυρίως το αυστραλιανό, για να κατανοήσει το περιθώριο δράσης και εφαρμογής της εντός του κυβερνητικού πεδίου.
Ο υπομείων*
Χρ. Διαμαντόπουλος

*Υπομείονες: Σπαρτιάτες με περιορισμένα πολιτικά δικαιώματα. Γεννημένοι από γνήσιους σπαρτιάτες γονείς – πολίτες, δεν είχαν το δικαίωμα της νομής του οικογενειακού κλήρου (διότι τον έπαιρναν μόνο οι πρωτότοκοι) και γι’ αυτό δεν μετείχαν ούτε στα κοινά συσσίτια ούτε στην αγωγή των Σπαρτιατών κι αυτό γιατί δεν είχαν να πληρώσουν το αντίστοιχο τίμημα. Ένεκα αυτού διέκειντο εχθρικά προς τη κράτουσα ολιγαρχική καθεστηκυία τάξη και συχνά μετείχαν σε συνωμοσίες και εξεγέρσεις.

(Εγκυκλοπαίδεια Britannica, τομ. 51)