Τρίτη, 20 Σεπτεμβρίου 2016

Μελέτη ΕΚΤ - Στρατηγικές Μείωσης του Δημοσίου Χρέους στην Ευρωζώνη

Το ΚΕΠΕ, σε ένα πλαίσιο συνεργασίας με το ΓΛΚ, προχωρά στη ανάλυση κειμένων από τη διεθνή οικονομική βιβλιογραφία, τα οποία και δημοσιεύονται σε σχετικά τριμηνιαία δελτία στο διαδικτυακό τόπου του Υπουργείου Οικονομικών. Το τριμηνιαίο δελτίο που δημοσιεύθηκε τον Αύγουστο του 2016 περιλάμβανε ανάλυση επί της μελέτης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) με τίτλο "Government Debt Reduction in the Euro Area".

Σύμφωνα, λοιπόν, με την ανάλυση του ΚΕΠΕ, το άρθρο της ΕΚΤ εστιάζει την ανάλυσή του στους οικονομικούς και θεσμικούς παράγοντες που σχετίζονται με την προσπάθεια μείωσης του δείκτη δημοσίου χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ στην Ευρωζώνη, το οποίο βρίσκεται σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα, καθώς πολλά κράτη-μέλη της Ευρωζώνης δεν κατάφεραν να αξιοποιήσουν τις ευνοϊκές οικονομικές συνθήκες προ της κρίσης ώστε να βελτιώσουν την κατάσταση των δημοσίων οικονομικών τους. Έτσι, το ξέσπασμα της κρίσης ακολούθησε μία απότομη αύξηση του δημοσίου χρέους με αποτέλεσμα το δημόσιο χρέος της Ευρωζώνης να αυξηθεί από 68,5% του ΑΕΠ το 2007 σε 94,5% του ΑΕΠ το 2014.

Τα υψηλά επίπεδα, ωστόσο, του δημοσίου χρέους δημιουργούν σημαντικές προκλήσεις και καθιστούν την οικονομία λιγότερο ανθεκτική σε διαταραχές, διαμορφώνοντας πιεστικές συνθήκες για την οικονομία. Λαμβάνοντας, συνεπώς, υπόψη την αρνητική επίδραση του υψηλού δημοσίου χρέους στην οικονομική δραστηριότητα, καθίσταται σημαντικός ο στόχος της διατήρησης του δημοσίου χρέους σε μετριασμένα επίπεδα, όπως το όριο του 60% του ΑΕΠ του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης, ώστε να επιτρέπεται η δημιουργία επαρκών δημοσιονομικών περιθωρίων για την αντιμετώπιση των δυσμενών μακροοικονομικών διαταραχών, αλλά και της επικείμενης (προβλεπόμενης) επιβάρυνσης από τη γήρανση του πληθυσμού.

Η εναρμόνιση, φυσικά, με τα ανώτατα όρια και τους κανόνες του δημοσίου χρέους προϋποθέτει συχνά μεγάλες περιόδους προσπάθειας για μείωση του δημοσίου χρέους. Σύμφωνα με τη σχετική ακαδημαϊκή έρευνα, οι μεγάλες φάσεις μείωσης του δημοσίου χρέους κατά το παρελθόν χαρακτηρίστηκαν από το συνδυασμό μιας σειράς παραγόντων περιορισμού του δημοσίου χρέους, όπως η δημοσιονομική προσαρμογή, τα μέτρα ενδυνάμωσης της ανάπτυξης (βλ. διαρθρωτικές αλλαγές), η υποστηρικτική προς την ανάκαμψη νομισματική πολιτική και τα μεγάλα προγράμματα ιδιωτικοποιήσεων. Όσον αφορά, ειδικότερα, τη δημοσιονομική προσαρμογή, μία διατηρήσιμη προσπάθεια θα πρέπει να χαρακτηρίζεται από συγκεκριμένα στοιχεία. Ειδικότερα, η προσπάθεια περιορισμού του δημοσίου χρέους διαφαίνεται να είμαι περισσότερο αποτελεσματική όταν εδράζεται σε μόνιμες περικοπές τρεχουσών (μη παραγωγικών) δαπανών.

Σύμφωνα με την εμπειρία του παρελθόντος, αρκετά κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατάφεραν να πετύχουν σημαντικά επίπεδα πρωτογενούς πλεονάσματος για μεγάλες περιόδους. Πρόκειται, ειδικότερα, για τις περιπτώσεις του Βελγίου, της Βουλγαρίας, της Δανίας, της Ιρλανδίας, της Ισπανίας, της Ιταλίας, του Λουξεμβούργου, της Ολλανδίας, της Φινλανδίας και της Σουηδίας. Έτσι, για τα κράτη-μέλη που αντιμετώπιζαν υψηλά και αυξανόμενα επίπεδα δημοσίου χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ η σταθεροποίηση και μείωση του δημοσίου χρέους απαίτησε μία εμπροσθοβαρή προσπάθεια δημοσιονομικής προσαρμογής που επέτρεψε τη δημιουργία πρωτογενών πλεονασμάτων και τη διατήρησή τους για μεγάλες περιόδους.

Η ευνοϊκή περίοδος, ωστόσο, πριν από την κρίση δεν αξιοποιήθηκε από πολλά κράτη-μέλη της Ευρωζώνης για να περιοριστεί σε διατηρήσιμα επίπεδα το δημόσιο χρέος τους, καθώς αρκετά κράτη-μέλη είτε έκαναν πολύ μικρή ή καθόλου πρόοδο όσον αφορά την κατάσταση των δημοσίων οικονομικών τους, είτε οδηγήθηκαν σε εκτροχιασμό της δημοσιονομικής τους κατάστασης. Έτσι, το όριο του 60% του ΑΕΠ του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης ως προς το δημόσιο χρέος δεν τηρήθηκε, με αποτέλεσμα οι μεταρρυθμίσεις στο δημοσιονομικό πλαίσιο της Ευρωζώνης να εμπεριέχουν και έναν νέο κανόνα για το δημόσιο χρέος. Σύμφωνα με τον εν λόγω κανόνα η διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος τίθεται σε ισχύ όταν το δημόσιο χρέος υπερβαίνει το 60% του ΑΕΠ και κατά τα τελευταία τρία χρόνια δεν έχει επιτευχθεί ο στόχος της ετήσιας μείωσης του δημοσίου χρέους κατά το 1/20 του. Παράλληλα, όμως, ο νέος κανόνας εμπεριέχει και ευελιξία, λαμβάνοντας υπόψη μια σειρά από παράγοντες που σχετίζονται με την μεσοπρόθεσμη οικονομική θέση του κράτους-μέλους (κυκλικές εξελίξεις), τις εξελίξεις με τη μεσοπρόθεσμη δημοσιονομική θέση του κράτους-μέλους και λοιπούς παράγοντες, σύμφωνα με την άποψη και την αξιολόγηση του κράτους-μέλους, σχετίζονται με τη συμμόρφωση.

Μέχρι το 2016 ο κανόνας του δημοσίου χρέους αποτέλεσε δεσμευτικό παράγοντα για περιορισμένο αριθμό κρατών-μελών της Ευρωζώνης. Συγκεκριμένα, μεταξύ των δεκατεσσάρων κρατών-μελών που παρουσιάζουν επίπεδα δημοσίου χρέους μεγαλύτερα από το 60% του ΑΕΠ κατά την περίοδο που έχει τεθεί σε εφαρμογή ο νέος κανόνας (2012-2015), μόνο επτά κράτη-μέλη είναι σε διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος. Παράλληλα, για τα περισσότερα κράτη-μέλη με αυξημένα επίπεδα δημοσίου χρέους, ο κανόνας του χρέους απαιτήθηκε λιγότερο από ότι το προληπτικό σκέλος του νέου δημοσιονομικού πλαισίου. Ειδικότερα, από τη στιγμή που τέθηκε σε ισχύ, ο κανόνας του δημοσίου χρέους αποτέλεσε δεσμευτικό περιορισμό για τις δημοσιονομικές πολιτικές μόνο στις περιπτώσεις του Βελγίου και της Ιταλίας, ενώ μόνο στην περίπτωση της Μάλτας η ενεργοποίηση της διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος βασίστηκε στο κριτήριο του δημοσίου χρέους. Έτσι, παρόλο που εμπεριέχει συγκεκριμένα και αριθμητικά προσδιορισμένα συστατικά ο κανόνας του δημοσίου χρέους, ο συνυπολογισμός μίας σειράς από παράγοντες που σχετίζονται με τις εξελίξεις σε μία οικονομία παρέχουν ευελιξία ως προς την εφαρμογή του.

Πηγή: http://www.minfin.gr/sites/default/files/financial_files/3m_d_8_2016.pdf