Πέμπτη, 12 Σεπτεμβρίου 2013

Τσαπακίδης Χρήστος - Συρία: Υποκριτικές Επιλογές

Οι εικόνες από το σημείο του συμβάντος ήταν αποτρόπαιες. Άνθρωποι με χημικά εγκαύματα στο σώμα άφησαν την τελευταία τους πνοή με την αγωνία γραμμένη στα πρόσωπά τους, μην μπορώντας να πάρουν αέρα. Τα θύματα ήταν εκατοντάδες, χιλιάδες. Δεν αναφερόμαστε στο τελευταίο περιστατικό (φερόμενης) χρήσης χημικών όπλων, αλλά σε μία σειρά συμβάντων που πραγματοποιήθηκαν πριν από τρεις δεκαετίες. Τότε που το Ιράκ του Σαντάμ Χουσεΐν χρησιμοποιούσε (από το 1983) όπλα αυτού του είδους στον πόλεμο με το Ιράν. 

Ποια ήταν η κόκκινη γραμμή τότε για τις ΗΠΑ, οι οποίες γνώριζαν ακριβώς τι συνέβαινε; Μάλλον δεν υπήρχε: η CIA προσέφερε στο Ιράκ δορυφορικούς χάρτες (προς το τέλος του πολέμου) και άλλες πολύτιμες πληροφορίες σχετικά με τις θέσεις των Ιρανών. «Η κυβέρνηση Reagan αποφάσισε ότι ήταν καλύτερο να αφήσει τις επιθέσεις να συνεχιστούν, εάν επρόκειτο έτσι να αλλάξει η πορεία του πολέμου [σσ. εις βάρος του Ιράν]», αναφέρουν οι Shane Harris και Matthew MAid σε σχετικό τους άρθρο στο ForeignPolicy, έχοντας μελετήσει σχετικά αποχαρακτηρισμένα έγγραφα της CIA και παίρνοντας συνεντεύξεις από αξιωματούχους των υπηρεσιών πληροφοριών.

Η ιστορία δεν σταματάει εδώ, καθώς ο Σαντάμ επιτέθηκε και εναντίον των ίδιων των πολιτών του: εξαπέλυσε χημικά όπλα εναντίον των Κούρδων στο βόρειο Ιράκ (με σημαντικότερη την επίθεση εναντίον της Χαλάμπτζα, κατά την οποία σκοτώθηκαν 3.200-5.000 άμαχοι πολίτες). Και εδώ δεν υπήρχε καμία δυναμική αντίδραση από τις ΗΠΑ. Λίγο νωρίτερα, δε, το 1982, οι Αμερικανοί κατηγόρησαν τη Σοβιετική Ένωση ότι χρησιμοποίησε χημικά όπλα στον πόλεμο του Αφγανιστάν. Και περιορίστηκαν σε αυτή την εκτόξευση κατηγοριών.

Από τις τρεις παραπάνω περιπτώσεις, αντλούμε τρία πολύτιμα συμπεράσματα. Οι ΗΠΑ δεν αντέδρασαν σε προηγούμενα περιστατικά επίθεσης με χημικά όπλα επειδή α) ο επιτιθέμενος ήταν σύμμαχός τους, β) η επίθεση δεν έθιγε τα συμφέροντά τους, γ) ο επιτιθέμενος ήταν πολύ ισχυρός για να διεξάγουν μία τιμωρητική καμπάνια χωρίς να επωμιστούν ένα δυσανάλογα υψηλό κόστος. Όλα αυτά, βέβαια, συντελέστηκαν μέσα σε ένα διπολικό διεθνές σύστημα: ο Ψυχρός Πόλεμος είχε διαμορφώσει δύο (εν πολλοίς) αρραγή μέτωπα που ενέπλεκαν σχεδόν όλες τις χώρες του πλανήτη, επομένως η πρόκληση πολέμου -ή έστω οι επιθέσεις μικρής κλίμακας που θα μπορούσαν, όμως, να τεθούν εκτός ελέγχου- για την εξυπηρέτηση κάποιων γενικών αρχών και όχι ζωτικών συμφερόντων είχε τεθεί εκτός ατζέντας.

Σήμερα, ωστόσο, τα πράγματα είναι διαφορετικά. Οι μικρές δυνάμεις, όπως το Αφγανιστάν, το Ιράκ και η Λιβύη δεν είχαν έναν ισχυρό πάτρωνα που θα στεκόταν στο πλευρό τους και θα λειτουργούσε αποτρεπτικά στο ενδεχόμενο επίθεσης εναντίον τους. Έτσι, το κόστος επέμβασης για τις ΗΠΑ έχει περιοριστεί κατά πολύ, ειδικά εφόσον επιλέγεται η λύση των αεροπορικών επιθέσεων και δεν τίθενται σε κίνδυνο οι ζωές Αμερικανών στρατιωτών, τη στιγμή που οι αμυνόμενοι όχι μόνο δεν μπορούν να αντεπιτεθούν, αλλά δεν μπορούν καν να προστατεύσουν τους εαυτούς τους.

Θα ήταν μεγάλο σφάλμα όμως να εστιάσει κανείς αποκλειστικά στο κόστος των επιχειρήσεων. Και αυτό φαίνεται πως πήγε να διαπράξει στην περίπτωση της Συρίας η κυβέρνηση Obama, η οποία διακήρυττε σε όλους τους τόνους ότι η σχεδιαζόμενη επίθεση -προτού τελικά εφαρμοστεί η λύση που πρότεινε η Ρωσία- δεν προέβλεπε την αποστολή χερσαίων δυνάμεων. Ακόμη και μια τέτοια επίθεση θα είχε ευρύτερες συνέπειες, διευρύνοντας την αστάθεια, με την εμπλοκή και άλλων «παικτών», ιδιαίτερα των συμμάχων των ΗΠΑ στην περιοχή (Ιορδανία, Τουρκία και Ισραήλ).

Η πρόταση της Ρωσίας κατάφερε τελικά να αποτρέψει μια ευρύτερη ανάφλεξη, κάτι το οποίο επισφραγίστηκε με την ομόφωνη έγκριση της απόφασης του Συμβουλίου Ασφαλείας το προηγούμενο Σάββατο, η οποία απαιτεί την καταστροφή των χημικών όπλων της Συρίας. Η κατάσταση εκτονώθηκε τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα, ωστόσο παραμένει ένα πιθανό σημείο τριβής: τι θα γίνει εφόσον η Συρία δεν συμμορφωθεί (ή κατηγορηθεί ότι δεν συμμορφώνεται) με την απόφαση του Συμβουλίου; Στο συγκεκριμένο έγγραφο δεν προβλέπεται διαδικασία κυρώσεων σε περίπτωση που δεν τηρηθούν τα συμφωνηθέντα, επομένως σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο είτε θα απαιτηθεί μια νέα απόφαση, είτε θα οδηγηθούμε σε δράση εκτός του πλαισίου του ΟΗΕ (το πιο πιθανό σενάριο, καθώς η Ρωσία και η Κίνα αναμένεται να ασκήσουν βέτο σε μία απόφαση που θα προβλέπει κυρώσεις).